Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ HDL
 
  

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ HDL:
ΕΝΑ ΝΕΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤΗΝ ΚΛΙΝΙΚΗ ΛΙΠΙΔΙΟΛΟΓΙΑ
Κωνσταντίνος Ηλ. Κοσμάς,
M.D., Ph.D.
Ειδικός Καρδιολόγος - Λιπιδιολόγος
Διευθυντής της Κλινικής Λιπιδίων,
Cardiology Unlimited, PC Νέα Υόρκη, ΗΠΑ
Επιστημονικός συνεργάτης  Γενικής Κλινικής Πειραιώς «Ιπποκράτης»
και Χριστιάνα Τσομίδου, Παθολόγος
Επιστημονικός Υπεύθυνος Παθολογικού Τμήματος
Γενικής Κλινικής Πειραιώς «Ιπποκράτης»

Εισαγωγή

Πολλές κλινικές μελέτες κατά την τελευταία 20ετία έχουν δείξει ότι θεραπευτικές στρατηγικές, που επιφέρουν μείωση της LDL χοληστερόλης, οδηγούν στην ελάττωση των καρδιαγγειακών επεισοδίων, τόσο στην πρωτογενή, όσο και στη δευτερογενή πρόληψη. Επιπλέον φαίνεται σαφώς ότι όσο χαμηλότερα καθίστανται τα επίπεδα της LDL χοληστερόλης, τόσο μεγαλύτερη είναι η μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας και θνησιμότητας. Παρά ταύτα όμως, παρά τη μείωση της LDL χοληστερόλης, παραμένει σημαντικός υπολειπόμενος κίνδυνος για καρδιαγγειακά επεισόδια και η μέγιστη παρατηρηθείσα ελάττωση του σχετικού κινδύνου μεταξύ των κυριωτέρων κλινικών μελετών με στατίνες δεν υπερβαίνει το 47%.

Από την άλλη πλευρά, επιδημιολογικές και κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι υπάρχει μία ανεξάρτητη και αντιστρόφως ανάλογη σχέση μεταξύ των επιπέδων της HDL χοληστερόλης στο αίμα και της συχνότητας των καρδιαγγειακών επεισοδίων, η οποία μάλιστα σχέση ισχύει ακόμη και όταν η LDL χοληστερόλη κατέλθει κάτω των 70 mg/dl.

Έτσι, έχει δημιουργηθεί η πεποίθηση ότι όσο υψηλότερα είναι τα επίπεδα της HDL χοληστερόλης, τόσο χαμηλότερος είναι ο καρδιαγγειακός κίνδυνος. Όμως πολλά νεώτερα επιστημονικά δεδομένα, τα οποία αφορούν στη λειτουργικότητα της HDL, έρχονται να αμφισβητήσουν την καθολική ισχύ του ανωτέρω κανόνα και να θέσουν με αυτόν τον τρόπο το σημαντικό κλινικό ερώτημα εάν, στην περίπτωση της HDL, η ποσότητα είναι σημαντικότερη της ποιότητας ή το αντίθετο.

Λειτουργικές δραστηριότητες της HDL

Ο κεντρικός ρόλος της HDL είναι η αντίστροφη μεταφορά της χοληστερόλης. Η HDL, δηλαδή, απομακρύνει την περίσσεια της χοληστερόλης από τα περιφερικά κύτταρα, όπως τα μακροφάγα κύτταρα του τοιχώματος των αρτηριών και τη μεταφέρει προς το ήπαρ, απ’ όπου δύναται να αποβληθεί στη χολή. Όμως, πρόσφατα δεδομένα έρχονται να αποδείξουν ότι η HDL έχει πολλές ακόμη προστατευτικές λειτουργικές δραστηριότητες. Συγκεκριμένα, η HDL έχει αντιφλεγμονώδη, αντιοξειδωτική και αντιθρομβωτική δράση.

Σήμερα γνωρίζουμε από μελέτες φασματομετρίας μάζας ότι τα σωματίδια της HDL στο αίμα μεταφέρουν περισσότερες από 80 διαφορετικές πρωτεΐνες, οι οποίες επιδρούν όχι μόνο στο μεταβολισμό των λιπιδίων αλλά και σε πολλές άλλες λειτουργίες του ανοσοποιητικού συστήματος. Καθίσταται επομένως προφανές ότι διαφορές στη συγκεκριμένη, γενετικά καθορισμένη σύσταση του πρωτεϊνικού φορτίου κάθε ατόμου, μπορούν να επιδράσουν σημαντικά στην ικανότητα της HDL να προσφέρη μεγαλύτερη ή μικρότερη καρδιαγγειακή προστασία.

Κλινικές μελέτες και επιστημονικά δεδομένα

Μία post-hoc ανάλυση των μελετών IDEAL (Incremental Decrease in End Points through Aggressive Lipid Lowering) και EPIC (European Prospective Investigation into Cancer and Nutrition-Norfolk) έδειξε τα εξής:

α) Στη μελέτη IDEAL, στην οποία μετείχαν ασθενείς με ιστορικό προτέρου εμφράγματος του μυοκαρδίου, οι ασθενείς εκείνοι με ιδιαιτέρως υψηλά επίπεδα HDL στο αίμα παρουσίαζαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίων επεισοδίων (καρδιακού θανάτου, μη θανατηφόρου εμφράγματος του μυοκαρδίου ή ανάνηψης από καρδιακή ανακοπή). Συγκεκριμένα, σε ασθενείς με επίπεδα HDL 70-79 mg/dl, ο σχετικός κίνδυνος για την εμφάνιση στεφανιαίων συμβαμάτων ανερχόταν στο 2,19, ενώ σε ασθενείς με επίπεδα HDL > 80 mg/dl ο σχετικός κινδύνος ήταν ακόμη υψηλότερος και ανερχόταν στο 2,49.

β) Στη μελέτη EPIC-Norfolk, στην οποία μετείχαν άτομα θεωρητικώς υγιή κατά το χρόνο ένταξής τους στη μελέτη, τα άτομα εκείνα με σωματίδια HDL σημαντικά αυξημένου μεγέθους παρουσίαζαν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης στεφανιαίων επεισοδίων.

Οι ανωτέρω παρατηρήσεις δύνανται να οδηγήσουν στην υπόθεση ότι σωματίδια HDL σημαντικώς αυξημένου μεγέθους, τα οποία είναι πλούσια σε χοληστερόλη, είναι ελαττωμένης λειτουργικότητας και μπορούν σε κάποια δεδομένη στιγμή να μεταβληθούν σε δότες (αντί δεκτών) χοληστερόλης και να καταστούν προφλεγμονώδη.

Μεταλλαγή της λειτουργικότητας της HDL – Επίδραση της διατροφής και του καπνίσματος

Ο S.J. Nicholls και συν. μελέτησαν την επίδραση της διαιτητικής χορήγησης λιπαρών οξέων στην αντιφλεγμονώδη δράση της HDL και απέδειξαν ότι η χορήγηση γεύματος πλουσίου σε κεκορεσμένα λιπαρά ελαττώνει την αντιφλεγμονώδη δραστηριότητα της HDL και μειώνει την λειτουργικότητα του αρτηριακού ενδοθηλίου. Αντιθέτως, η χορήγηση ισοθερμιδικού γεύματος πλουσίου σε πολυακόρεστα λιπαρά αυξάνει την αντιφλεγμονώδη δραστηριότητα της HDL και βελτιώνει την λειτουργικότητα του αρτηριακού ενδοθηλίου.

Σε μία άλλη σημαντική μελέτη, βρέθηκε ότι η η λειτουργικότητα της HDL ήταν μειωμένη στους καπνιστές, γεγονός το οποίο πιθανότατα οφείλεται στην οξείδωση της απολιποπρωτεΐνης Α-Ι.

Συμπεράσματα

Από την ανωτέρω παράθεση των σχετικών κλινικών και επιστημονικών δεδομένων καθίσταται σαφές ότι παρά το γεγονός ότι τα υψηλά επίπεδα της HDL χοληστερόλης στο αίμα παρέχουν ως επί το πλείστον ισχυρότερη καρδιαγγειακή προστασία, εν τούτοις ο κανόνας αυτός δεν έχει καθολική ισχύ και η λειτουργικότητα της HDL αναδεικνύεται ως ο σημαντικότερος παράγοντας ο οποίος καθορίζει το βαθμό της από την HDL παρεχομένης καρδιαγγειακής προστασίας.
Η λειτουργικότητα της HDL καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το γενετικό υπόβαθρο κάθε ατόμου αλλά εξαρτάται και από άλλους παράγοντες, όπως είναι η διατροφή και το κάπνισμα.