ΜΕΤΡΗΣΗ ΟΣΤΙΚΗΣ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑΣ
 
  
ΜΕΤΡΗΣΗ ΟΣΤΙΚΗΣ ΠΥΚΝΟΤΗΤΑΣ
Τσινές Γεώργιος
Ειδικός Ακτινοδιαγνώστης,
Διευθυντής Ακτινολογικού Εργαστηρίου
Γενικής Κλινικής Πειραιώς «Ιπποκράτης»
 
 
Η μέτρηση της οστικής πυκνότητας είναι εξέταση η οποία πραγματοποιείται για τον έλεγχο της οστεοπόρωσης, μιας ασθένειας των οστών, η οποία συμβαίνει όταν αυτά χάνουν το ασβέστιο και γίνονται λεπτά και εύθραυστα. Η απώλεια της οστικής πυκνότητας στις γυναίκες αλλά και στους άνδρες ξεκινά συνήθως από την ηλικία των 50 ετών -σε μερικές περιπτώσεις και νωρίτερα. Εκτός από άτομα με συγκεκριμένα νοσήματα (π.χ. λήψη κορτιζόνης) η μέτρηση της οστικής πυκνότητας είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο να γίνεται σε όλες τις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, ειδικότερα σε αυτές που πρόκειται να αρχίσουν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης.

Υπάρχουν πολλοί μέθοδοι μέτρησης της οστικής πυκνότητας. Ο πιο διαδεδομένος και ταυτόχρονα πιο αξιόπιστος τρόπος μέτρησης είναι η μέθοδος με τη χρήση «δέσμης φωτονίων διπλής ενεργείας» (dual energy x-ray absorsiometry DXA): Σε αυτή τη μέθοδο γίνεται χρήση χαμηλής ενέργειας ακτίνων Χ, ικανών να ανιχνεύουν περιοχές με χαμηλά ποσοστά απώλειας οστού. Είναι η περισσότερο χρησιμοποιούμενη μέθοδος και μετράει την οστική πυκνότητα σε σπονδυλική στήλη και ισχίο. Κατά τη διάρκεια της εξέτασης, ο εξεταζόμενος ξαπλώνει κάτω από έναν ειδικό σαρωτή ο οποίος μετακινείται κατά μήκος του ασθενή, ώστε να απεικονίσει ορισμένα σημεία ή και ολόκληρο το σώμα του. Ένας υπολογιστής συγκρίνει τα ευρήματα με αυτά από άτομα της ίδιας ηλικίας αλλά και νέα άτομα με τη μέγιστη οστική μάζα ώστε να υπολογίσει την αντοχή των οστών και την πιθανότητα κατάγματος. Η όλη διαδικασία διαρκεί 10-20 λεπτά. (Εικόνα Α)



(Εικόνα Α, Scanner μέτρησης οστικής πυκνότητας)

Η εξέταση της οστικής πυκνότητας είναι ανώδυνη, αναίμακτη και ασφαλής αφού η ακτινοβολία που λαμβάνει ο εξεταζόμενος με τη μέθοδο που χρησιμοποιεί ακτίνες Χ είναι μόλις το ένα δέκατο αυτής που λαμβάνει με μία απλή ακτινογραφία θώρακος.

Τα αποτελέσματα της εξέτασης συγκρίνονται με αντίστοιχες τιμές από υγιή άτομα, ηλικίας 30 ετών, και εκφράζονται σε τιμές T-score. Εάν το T-score είναι ίσο με 1, τότε η οστική πυκνότητα είναι φυσιολογική. Τιμές από μηδέν έως 1 αντιστοιχούν σε οριακή μείωση, οπότε συνιστάται επανάληψη της εξέτασης μέσα σε 1-2 χρόνια. Τιμές του T-score από -1 έως -2.5 επισημαίνουν ότι το άτομο έχει κίνδυνο να αναπτύξει οστεοπόρωση, ενώ τιμές κατώτερες του -2.5 ανευρίσκονται σε ασθενείς με εγκατεστημένη οστεοπόρωση. Άτομα με αρνητικές τιμές του T-score χρειάζονται θεραπεία και ετήσιο έλεγχο της οστικής πυκνότητας. (Εικόνα Β)



(Εικόνα Β, T-score)

Η μέτρηση οστικής πυκνότητας με τη μέθοδο DEXA είναι μία αποτελεσματική μέθοδος για τη διάγνωση και την εκτίμηση του βαθμού οστεοπόρωσης. Εντούτοις, η ακρίβειά της μπορεί να επηρεαστεί σε περιπτώσεις ασθενών με συμπιεστικά κατάγματα στη σπονδυλική στήλη ή από την παρουσία υπερτροφικών εκφυλιστικών αλλοιώσεων στους σπονδύλους (οστεόφυτα).

Επιπροσθέτως, για να υπάρχουν καλύτερα συγκρίσιμα αποτελέσματα μεταξύ των εξετάσεων συστήνεται η μέτρηση να γίνεται την ίδια εποχή του έτους καθώς και στο ίδιο διαγνωστικό κέντρο (ίδιο δηλαδή μηχάνημα) κάθε φορά. Το τελευταίο έχει ιδιαίτερη σημασία δεδομένου ότι σε διαφορετικά εργαστήρια χρησιμοποιούνται διαφορετικοί τύποι μηχανημάτων με διαφορετικό λογισμικό στατιστικής επεξεργασίας.