ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΚΟΠΩΣΗΣ
 
  
ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΚΟΠΩΣΗΣ
Αναστασιάδης Φίλιππος
Κλινικός Καρδιολόγος
Γενικής Κλινικής Πειραιώς «ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ»



Η δοκιμασία κόπωσης είναι ίσως η σπουδαιότερη αναίμακτη διαγνωστική μέθοδος για τη διάγνωση και παρακολούθηση της στεφανιαίας νόσου. Πρόκειται για εξέταση που εκτελείται από ειδικευμένο καρδιολόγο σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, με την παρουσία και νοσηλευτικού προσωπικού. Κατά την εξέταση ο εξεταζόμενος (που δεν είναι συνήθως ασθενής) καλείται να περπατήσει σε έναν κυλιόμενο τάπητα. Ο ρυθμός της βάδισης εξαρτάται από το πρωτόκολλο, ενώ η διάρκεια της δοκιμασίας από την αντοχή του εξεταζόμενου, την επιτυγχανόμενη καρδιακή συχνότητα ή τα ευρήματα της καταγραφής. Το πρωτόκολλο που χρησιμοποιείται σήμερα στα περισσότερα κέντρα παγκοσμίως είναι το πρωτόκολλο του Bruce. Πρόκειται για μια δοκιμασία η οποία χωρίζεται σε τρίλεπτα στάδια, αυξανόμενης σταδιακά ταχύτητας και κλίσης του κυλιόμενου τάπητα. Κατά τη δοκιμασία καταγράφεται συνέχεια το ηλεκτροκαρδιογράφημα (από την ηρεμία έως και την αποκατάσταση) και η αρτηριακή πίεση μετράται ανά 2-3 λεπτά. Η δοκιμασία ολοκληρώνεται όταν ο ασθενής επιτύχει τη μέγιστη για την ηλικία του καρδιακή συχνότητα, όταν κουραστεί τόσο ώστε να μη μπορεί να συνεχίσει ή όταν υπάρχουν ηλεκτροκαρδιογραφικές αλλοιώσεις ενδεικτικές ισχαιμίας του μυοκαρδίου. Επίσης, η δοκιμασία κόπωσης μπορεί να τερματιστεί όταν η αρτηριακή πίεση ανέβει σε υψηλά επίπεδα ή εάν παρουσιαστούν απειλητικές αρρυθμίες.

Σημασία, όμως, για την ολοκλήρωση της δοκιμασίας έχει η εμφάνιση ισχαιμίας στο ηλεκτροκαρδιογράφημα, η οποία εκφράζεται με την πτώση του ST διαστήματος άνω του 1mm. Αυτή η πτώση δεν είναι πάντα αποτέλεσμα ισχαιμίας, επιβάλλει όμως στον εξεταζόμενο την ανάγκη περαιτέρω εξετάσεων, ώστε να διευκρινιστεί αν οφείλεται σε ισχαιμία, και συνεπώς στεφανιαία νόσο, ή όχι. Πρέπει πάντα δε να λαμβάνεται υπόψη το ιστορικό και η φυσική κατάσταση του εξεταζόμενου, δεδομένου ότι η ειδικότητα και η ευαισθησία της εξέτασης είναι γύρω στο 85-90%. Αυτό σημαίνει ότι 15% των αποτελεσμάτων μπορεί να είναι ψευδή. Παράδειγμα: Ασθενής άρρεν, 65 ετών, καπνιστής, παχύσαρκος, υπερτασικός, που αναφέρει οπισθοστερνικό άλγος και έχει αποτέλεσμα δοκιμασίας θετικό για ισχαιμία του μυοκαρδίου, είναι σχεδόν 100% αληθινό (στεφανιαίος ασθενής). Αντιθέτως, ασθενής θήλυ, 40 ετών, χωρίς προδιαθεσικούς παράγοντες για καρδιοπάθεια (υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, κλπ.) και αποτέλεσμα δοκιμασίας θετικό για ισχαιμία του μυοκαρδίου είναι μάλλον ψευδώς θετικό και δεν οφείλεται σε στεφανιαία νόσο. Αυτό σημαίνει ότι προέχει η εκτίμηση του ασθενούς και όχι μόνο το αποτέλεσμα της δοκιμασίας κόπωσης, που σε καμία περίπτωση δεν προσδιορίζει τη στεφανιαία νόσο αλλά την ανάγκη περαιτέρω εκτίμησης με άλλες εξετάσεις, όπως είναι το σπινθηρογράφημα μυοκαρδίου, stress echo, και η στεφανιογραφία.

Τα τελευταία χρόνια η δοκιμασία κόπωσης χρησιμοποιείται όλο και περισσότερο, όχι μόνο για τη διάγνωση της στεφανιαίας νόσου αλλά και λανθασμένα για την εκτίμηση της «αντοχής» ή της ικανότητας για άθληση των εξεταζόμενων και για τους ίδιους λόγους ζητείται και από τους ίδιους τους εξεταζόμενους. Βέβαια, σε αυτή την ομάδα εξεταζόμενων η θετική για ισχαιμία απάντηση είναι μάλλον ψευδής.

Συμπερασματικά, η δοκιμασία κόπωσης είναι μια πολύ χρήσιμη, αναίμακτη, εύκολη μέθοδος για τη διάγνωση της στεφανιαίας νόσου, κυρίως σε συμπτωματικούς ασθενείς ή σε άτομα υψηλού κινδύνου με αρκετούς προδιαθεσικούς παράγοντες (αρτηριακή υπέρταση, υπερλιπιδαιμία, σακχαρώδης διαβήτης, κάπνισμα, έκδηλη παχυσαρκία, κλπ).